Ήρθες
και πήρες
ό τι λίγο είχε μείνει
Δεν αντιστάθηκα
άφησα το βάθος
να μιλήσει
Κύμα
που γυρίζει
στον εαυτό του
Δεν έγραψα
για ό τι δεν με καίει
εσύ
ήσουν η φλόγα
που με γέννησε ξανά
από στάχτη
και αλάτι
Η σπίθα
βρίσκει το νερό
Το χέρι σου
το μόνο φως
η θάλασσα
ανασαίνει
με τη φωνή σου
κι όταν σωπαίνεις
κρατιέται όρθια
Το φως
δεν χρειάζεται λόγια
Μόνο στο όνειρό μας
ζω
έξω απ αυτό
η μέρα κούφια
κι η νύχτα
δεν ξέρει
πού να σταθεί
Όταν η ελπίδα
χαμηλώνει
το τέλος
έρχεται
σαν παλίρροια
Δεν υπάρχω
δίχως εσένα
όχι από φόβο
από ύλη
Αν φύγεις
σβήνω
αν μένεις
ανασαίνω
Η ψυχή
θυμάται
πού κόλλησε
Αν απομακρυνθείς
σχίζομαι
αν μείνεις
γίνομαι ολόκληρος
Μισός
δεν είμαι
μισός
δεν μένω
Αν πρέπει
να κοπώ στα δύο
ας το κάνει
η θάλασσα
Ξέρει
να ενώνει
ό τι δεν αντέχει
να χωριστεί
Σώσε με
ή πάρε με
μαζί σου
Μισός
δεν υπάρχω
© Αντώνης Περδικάρης – Ποίηση




Δημοσίευση σχολίου