Αχός πάθους,
κύμα μακρύ, σταχτί,
μικρός φάρος
φέγγει αχνά κι απόμακρα,
σκαρί μονάχο και ξένο,
ας παίρνεις ελπίδα
Στερνά πλοία φεύγουν,
οι στρατολάτες στερνοί
φωνή δεν ακούς
στ’ ακρογιάλι,
χτυπούν μονάχα
των κυμάτων
οι πνιχτές ανάσες,
κι ελπίδες,
στάλες βροχής,
που σβήνει
το πέλαγος,
κύμα το κύμα,
στην οργή του
Μετρώ τώρα
στιχάκια
βρόχινων δακρύων,
που άψυχα,
σιγά σιγά,
βυθίστηκαν
στο μούχρωμα
κι εσύ τώρα,
χαμένη
παλιά εικόνα,
κι εγώ τώρα,
μια κόκκινη
σταγόνα
Είπα ν’ αποφύγω
τα κόκκινα μάτια
ήρθα, σε βρήκα,
έφερα λουλούδια,
κι όταν έφευγα
με ξεπροβόδισες
Ένας χειμώνας
που δε μας αφήνει,
μια άνοιξη
που δε λέει να φτάσει
Ταξιδεύουμε
σε μια απέραντη
θάλασσα χωρίς ακτές,
κι από πάνω μας
πετούν βιαστικοί,
παράξενοι γλάροι
κανείς δε ρωτά
πού πηγαίνουμε,
κανείς δεν πρόκειται
να μας γυρέψει
ίσως χαθούμε,
πίσω απ’ τη θάλασσα,
παλιές εικόνες
Είπα ν’ αποφύγω
τα κόκκινα μάτια,
όμως η ζωή
είναι σκληρή,
τρέχει
και δε χωρατεύει,
δεν επιτρέπει
επιστροφές
σε παλιά οράματα
Είπα ν’ αποφύγω
τα κόκκινα μάτια,
όμως η ζωή βιάζεται,
ίσως χαθούμε
πίσω απ’ τη θάλασσα,
παλιές εικόνες
Απ’ το θαλασσινό
μπαλκόνι του φωτός,
το κύμα
την αγάπη ταξιδεύει,
γαλάζια, γκρίζα,
τη νοτίζει ο αφρός,
ερώτων λαχταρίσματα
χορεύει
Λυγμοί ερώτων,
τρεμοσάλεμα χλωμό,
κρυμμένο την αυγή
και φοβισμένο,
σκαλί σκαλί
να κατεβαίνεις
στο βυθό,
κι εγώ
στην κουπαστή
να σε προσμένω
© Αντώνης Περδικάρης – Ποίηση




Δημοσίευση σχολίου