Απόμειναν
μαραμένες μέρες μονάχα,
σφαλιστές αμπάρες,
και τα άστρα που έτρεμαν στα σημάδια,
διάβηκαν τώρα
στις σκοτεινές γωνιές τους.
Αγέρας περνά μπροστά μας,
κυλά στις δημοσιές
και μας καταδικάζει,
κοιτούν νεκρά τα μάτια,
και το απέραντο
τρομάζει πιο πολύ,
πού να κουρνιάσουν οι ελπίδες,
πέρα στα πελάγη,
τα κύματα ψιθυρίζουν
το πεπρωμένο της αγάπης,
ο μάταιος σκοπός τους
παγώνει στις στάλες.
Δρόμος μακρύς,
το πέρασμά μας στον βοριά,
μια χαρακιά βαθιά
απ’ άκρη σ’ άκρη,
κάθε που κλαίει
η φωνή μας στα φαράγγια,
λυγμός βαθύς
και κρέμεται στα βράχια.
Την άνοιξη
την περιμένουμε,
παραδομένοι έξι μήνες,
υφαίνοντας δειλά, δειλά
ελπίδες, ουρανούς και αστέρια.
Κάποιες χειμέριες νύχτες
γίνεται ο στίχος μας λύρα,
γκρίζα παραίσθηση,
και πάλλεται,
γνέθοντας
τα φώτα του γιαλού
και των αστεριών τις αχτίνες,
ψάχνοντας
να δούμε τον πρώτο ήλιο.
Μας φέρθηκε άδικα και σκληρά
αυτό το παγωμένο,
αγέλαστο καταχείμωνο,
λοιπόν μου φεύγεις,
αντίο τώρα
με δάκρυ
απ’ τα φύλλα της καρδιάς.
Έκθετος σε μια πλάνη,
καρφώνεται ο δρόμος
στις αυλές
των χαμηλών παραπηγμάτων της πίκρας,
τα κρύα τα βράδια
αναζητώ
το πρόσωπό σου.




Δημοσίευση σχολίου