Ήρθες,
και πήρες
ό,τι λίγο
είχε μείνει,
δεν αντιστάθηκα,
άφησα
το βάθος
να μιλήσει
...
Κύμα
που γυρίζει
στον εαυτό του
...
Δεν έγραψα
για ό,τι
δεν με καίει,
εσύ ήσουν
η φλόγα
που με γέννησε
ξανά,
από στάχτη
κι αρμύρα
...
Η σπίθα
βρίσκει
το νερό
...
Το χέρι σου
ήταν
το μόνο φως,
η θάλασσα
ανασαίνει
με τη φωνή σου,
κι όταν
σωπαίνεις,
κρατιέται
όρθια
...
Το φως
δεν χρειάζεται
λόγια
...
Μόνο
στο όνειρό μας
ζω,
έξω απ’ αυτό,
η μέρα
είναι κούφια,
κι η νύχτα
δεν ξέρει
πού να σταθεί
...
Όταν
η ελπίδα
χαμηλώνει,
το τέλος
έρχεται
σαν παλίρροια
...
Δεν υπάρχω
δίχως εσένα,
όχι από φόβο,
από ύλη,
αν φύγεις,
σβήνω,
αν μένεις,
ανασαίνω
...
Η ψυχή
θυμάται
πού ρίζωσε
...
Αν απομακρυνθείς,
σχίζομαι,
αν μείνεις,
γίνομαι
ολόκληρος,
μισός
δεν είμαι,
μισός
δεν μένω
...
Αν πρέπει
να κοπώ
στα δύο,
ας το κάνει
η θάλασσα,
ξέρει
να ενώνει
ό,τι δεν αντέχει
να χωριστεί,
σώσε με,
ή πάρε με
μαζί σου,
μισός
δεν υπάρχω
...
Από παιδί
ποθούσα,
να βρω
μια αγάπη
αληθινή,
ανθόκηπο,
αυγή,
πνοή μου
...
Κι όμως,
η μούσα
που ζητούσα,
δεν ήταν
κόρη,
μα η ψυχή μου
...
Από παιδί
ποθούσα φως,
μια αγάπη
να με λούζει,
αυγή,
άνθος
...
Στα βάθη
της ψυχής μου,
γεννιέται φως,
κι η αγάπη
μοιάζει κύμα,
που αγκαλιάζει
το χάος
...
Μα ήταν
εντός,
φωνή
που δεν σιωπούσε,
πάλι
την έχασα
...
Είναι εδώ,
πάνω στη γη,
κατοικεί
μες στην ψυχή μου
...
Κι όπου
η μούσα μένει,
η καρδιά
δεν σιωπά,
σ’ έναν κόσμο
που ανασαίνει
μαζί της,
αληθινά
...
Φως
που δε σβήνει,
αυγή
που με κρατά,
η μούσα μου,
η αλήθεια μου,
το σπίτι μου
© Αντώνης Περδικάρης




Δημοσίευση σχολίου