Ήρθες,
και πήρες
ό,τι λίγο είχε μείνει,
δεν αντιστάθηκα,
άφησα το βάθος
να μιλήσει
Κύμα που γυρίζει
στον εαυτό του
Δεν έγραψα
για ό,τι δεν με καίει,
εσύ ήσουν η φλόγα
που με γέννησε ξανά,
από στάχτη
κι αρμύρα
Η σπίθα
βρίσκει το νερό
Το χέρι σου
ήταν
το μόνο φως,
η θάλασσα
ανασαίνει
με τη φωνή σου,
κι όταν
σωπαίνεις,
κρατιέται
όρθια
Το φως
δεν χρειάζεται
λόγια
Μόνο
στο όνειρό μας
ζω,
έξω απ’ αυτό,
η μέρα
είναι κούφια,
κι η νύχτα
δεν ξέρει
πού να σταθεί
Όταν
η ελπίδα
χαμηλώνει,
το τέλος
έρχεται
σαν παλίρροια
Δεν υπάρχω
δίχως εσένα,
όχι από φόβο,
από ύλη,
αν φύγεις,
σβήνω,
αν μένεις,
ανασαίνω
Η ψυχή
θυμάται
πού ρίζωσε
Αν απομακρυνθείς,
σχίζομαι,
αν μείνεις,
γίνομαι
ολόκληρος,
μισός
δεν είμαι,
μισός
δεν μένω
Αν πρέπει
να κοπώ στα δύο,
ας το κάνει
η θάλασσα,
ξέρει
να ενώνει
ό,τι δεν αντέχει
να χωριστεί,
σώσε με,
ή πάρε με
μαζί σου,
μισός
δεν υπάρχω
Από παιδί
ποθούσα,
να βρω
μια αγάπη
αληθινή,
ανθόκηπο,
αυγή,
πνοή μου
Κι όμως,
η μούσα
που ζητούσα,
δεν ήταν
κόρη,
μα η ψυχή μου
Από παιδί
ποθούσα φως,
μια αγάπη
να με λούζει,
αυγή, άνθος
Στα βάθη
της ψυχής μου,
γεννιέται φως,
κι η αγάπη
μοιάζει κύμα,
που αγκαλιάζει
το χάος
Μα ήταν εντός,
φωνή
που δεν σιωπούσε,
πάλι
την έχασα
Είναι εδώ,
πάνω στη γη,
κατοικεί
μες στην ψυχή μου
Κι όπου
η μούσα μένει,
η καρδιά δεν σιωπά,
σ’ έναν κόσμο
που ανασαίνει
μαζί της, αληθινά
Φως
που δε σβήνει,
αυγή που με κρατά,
η μούσα μου,
η αλήθεια μου,
το σπίτι μου
© Αντώνης Περδικάρης




Δημοσίευση σχολίου