Έκανα μια ευχή
να δούμε ό,τι πιο καλό, σπάνιο, υπέροχο υπάρχει στον κόσμο.
Τα πεύκα διάφανα να στέκουν,
το φτερωτό μας όνειρο,
τη λάμψη του καλαμποκιού,
τη μυστική ευωδιά της άνοιξης.
Την καλοκαιρινή βροχή,
τον φθινοπωρινό άνεμο.
Όπως ο ταξιδιώτης τη φωτιά σε θέλω.
Να σε βλέπω να ξυπνάς,
να σε βλέπω να κοιμάσαι.
Έχω ένα μέρος, ένα νησί.
Είναι μακριά.
Πάμε να ζήσουμε μαζί εκεί.
Κι όλο έμενα στην καταχνιά
ίσκιος και προχωρούσα.
Κι όταν κοντά σου ζύγωνα
τα μάτια σου κοιτούσα.
Σαν ψίθυρος μελωδικός
ο ήχος της φωνής σου.
Κι ο τρυφερός ο άνεμος
η αύρα της πνοής σου.
Θυμάμαι την πάχνη της αντηλιάς,
το άφρισμα της θάλασσας στην αντικρινή ακτή.
Καθώς σηκώνεται ένα κύμα ξεθωριασμένο
από το άγγιγμα της θύελλας.
Αστέρι μέσα στη νυχτιά,
λουλούδι μες στο πέλαγος.
Κι όμως αντίκρυ φεύγουν στοιχειωμένα τραίνα
και γυναίκες θρηνούν.
Μαύρες καμινάδες,
εργάτες στριμωγμένοι
σε στενά και φάμπρικες.
Η ιστορία πανομοιότυπη και αχάριστη.
Κι εμείς κρατάμε μια σπίθα στο βλέμμα,
σαν κύμα που αρνείται να σβήσει.
Κι αν όλα γύρω βαραίνουν,
το όνειρο επιμένει να ταξιδεύει.
© ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΡΔΙΚΑΡΗΣ – ΠΟΙΗΣΗ




Δημοσίευση σχολίου